Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επτανησιακός

/e.pta.ni.si.aˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο σχετικός με τον πολιτισμό ή τα χαρακτηριστικά του νησιωτικού συμπλέγματος των Επτανήσων Βικιλεξικό
    • Εξετάζει επίσης τα ιστορικά συμφραζόμενα της πρόσληψης αυτών των αναγνωσμάτων, αναδεικνύοντας τους ανταγωνισμούς των διαφορετικών πολιτισμικών και διανοητικών παραδόσεων (επτανησιακή και φαναριώτικη παράδοση, κοραϊκή σκέψη), τους διαξιφισμούς για το γλωσσικό ζήτημα, τη ρευστότητα του λογοτεχνικού κανόνα αλλά και τον ρόλο του Κρητικού Ζητήματος στον καιρό της Μεγάλης Ιδέας.

Ετυμολογία

επτανησιακός < Επτάνησ(ος) + -ιακός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπτανησιακόςεπτανησιακήεπτανησιακό
Γενικήεπτανησιακούεπτανησιακήςεπτανησιακού
Αιτιατικήεπτανησιακόεπτανησιακήεπτανησιακό
Κλητικήεπτανησιακέεπτανησιακήεπτανησιακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπτανησιακοίεπτανησιακέςεπτανησιακά
Γενικήεπτανησιακώνεπτανησιακώνεπτανησιακών
Αιτιατικήεπτανησιακούςεπτανησιακέςεπτανησιακά
Κλητικήεπτανησιακοίεπτανησιακέςεπτανησιακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →