επωαστήρας
•
- συσκευή ή κατασκευή στην οποία γίνεται επώαση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επωαστήρας < επωάζω + -τήρας (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική incubateur)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επωαστήρας | επωαστήρες |
| Γενική | επωαστήρα | επωαστήρων |
| Αιτιατική | επωαστήρα | επωαστήρες |
| Κλητική | επωαστήρα | επωαστήρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →