Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επωαστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τη επώαση, αναφέρεται ή συμβάλλει σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επωαστικός < αρχαία ελληνική ἐπῳαστικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπωαστικόςεπωαστικήεπωαστικό
Γενικήεπωαστικούεπωαστικήςεπωαστικού
Αιτιατικήεπωαστικόεπωαστικήεπωαστικό
Κλητικήεπωαστικέεπωαστικήεπωαστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπωαστικοίεπωαστικέςεπωαστικά
Γενικήεπωαστικώνεπωαστικώνεπωαστικών
Αιτιατικήεπωαστικούςεπωαστικέςεπωαστικά
Κλητικήεπωαστικοίεπωαστικέςεπωαστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →