επωδή
•
- λαογραφίαείδος μαγικής ή αποτροπαϊκής ωδής, μαγγανεία, ξόρκι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επωδή < αρχαία ελληνική ἐπῳδή
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επωδή | επωδές |
| Γενική | επωδής | επωδών |
| Αιτιατική | επωδή | επωδές |
| Κλητική | επωδή | επωδές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →