επωμίζω
•
- σπάνιοτοποθετώ όπλο στον ώμο για μεταφορά, σκόπευση ή βολή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επωμίζω < επ- + ώμος + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | επωμίζω | επωμίζεις | επωμίζει | επωμίζουμε | επωμίζετε | επωμίζουν / επωμίζουνε |
| Παρατατικός | επώμιζα | επώμιζες | επώμιζε | επωμίζαμε | επωμίζατε | επωμίζαν / επωμίζανε / επώμιζαν |
| Αόριστος | επώμισα | επώμισες | επώμισε | επωμίσαμε | επωμίσατε | επωμίσαν / επωμίσανε / επώμισαν |
| Μέλλοντας | θα επωμίζω / θα επωμίσω | θα επωμίζεις / θα επωμίσεις | θα επωμίζει / θα επωμίσει | θα επωμίζουμε / θα επωμίσουμε | θα επωμίζετε / θα επωμίσετε | θα επωμίζουν / θα επωμίζουνε / θα επωμίσουν / θα επωμίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω επωμίσει | έχεις επωμίσει | έχει επωμίσει | έχουμε επωμίσει | έχετε επωμίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα επωμίσει | είχες επωμίσει | είχε επωμίσει | είχαμε επωμίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω επωμίσει / να επωμίζω / να επωμίσω | να έχεις επωμίσει / να επωμίζεις / να επωμίσεις | να έχει επωμίσει / να επωμίζει / να επωμίσει | να έχουμε επωμίσει / να επωμίζουμε / να επωμίσουμε | να έχετε επωμίσει / να επωμίζετε / να επωμίσετε | να επωμίζουν / να επωμίζουνε / να επωμίσουν / να επωμίσουνε |
| Προστακτική | — | επώμιζε / επώμισε | — | — | επωμίζετε / επωμίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →