Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επωφελούμαι

ρήμα
•
  1. λαμβάνω ωφέλεια ή όφελος από κάτι ή κάποιον Βικιλεξικό
    • Άλλοι όμως, πεισμωμένοι στην απιστία τους, βλέποντας τις αδελφές του Λαζάρου παραζαλισμένες από την ανέλπιστη χαρά τους, επωφελήθηκαν από τη γενική σύγχιση και έφυγαν απαρατήρητοι. (Πηνελόπη Δέλτα, Η ζωή του Χριστού. Κεφάλαιο ΜΒ, Λάζαρος, 1925)

Ετυμολογία

επωφελούμαι < ελληνιστική κοινή ἐπωφελοῦμαι < αρχαία ελληνική ἐπωφελέω / ἐπωφελῶ ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική profiter)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςεπωφελούμαιεπωφελείσαιεπωφελείταιεπωφελούμαστεεπωφελείστεεπωφελούνται
Παρατατικόςεπωφελούμουνεπωφελούσουνεπωφελούντανεπωφελούμασταν / επωφελούμαστεεπωφελούσασταν / επωφελούσαστεεπωφελούνταν
Αόριστοςεπωφελήθηκαεπωφελήθηκεςεπωφελήθηκεεπωφεληθήκαμεεπωφεληθήκατεεπωφελήθηκαν / επωφεληθήκαν / επωφεληθήκανε
Μέλλονταςθα επωφεληθώ / θα επωφελούμαιθα επωφελείσαι / θα επωφεληθείςθα επωφελείται / θα επωφεληθείθα επωφεληθούμε / θα επωφελούμαστεθα επωφελείστε / θα επωφεληθείτεθα επωφεληθούν / θα επωφεληθούνε / θα επωφελούνται
Παρακείμενοςέχω επωφεληθείέχεις επωφεληθείέχει επωφεληθείέχουμε επωφεληθείέχετε επωφεληθείέχουν επωφεληθεί
Υπερσυντέλικοςείχα επωφεληθείείχες επωφεληθείείχε επωφεληθείείχαμε επωφεληθείείχατε επωφεληθείείχαν επωφεληθεί
Υποτακτικήνα έχω επωφεληθεί / να επωφεληθώ / να επωφελούμαινα έχεις επωφεληθεί / να επωφελείσαι / να επωφεληθείςνα έχει επωφεληθεί / να επωφελείται / να επωφεληθείνα έχουμε επωφεληθεί / να επωφεληθούμε / να επωφελούμαστενα έχετε επωφεληθεί / να επωφελείστε / να επωφεληθείτενα έχουν επωφεληθεί / να επωφεληθούν / να επωφεληθούνε / να επωφελούνται
Προστακτική—επωφελήσου——επωφελείστε / επωφεληθείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →