επωφελώς
•
- με επωφελή τρόπο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επωφελώς < ελληνιστική κοινή ἐπωφελῶς
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
επωφελώς < ελληνιστική κοινή ἐπωφελῶς
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →