επ' ώμου
•
- στρατιωτικός όροςστρατιωτικό παράγγελμα για τοποθέτηση όπλου στον ώμο Βικιλεξικό
- μεταφορικάγια να δηλωθεί ότι κάποιος έχει επωμιστεί πολλές ευθύνες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επ' ώμου < → δείτε τις λέξεις επί, ώμου και ώμος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →