Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εράσμιος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που μπορείς να τον αγαπήσεις, αξιαγάπητος, ευχάριστος, επιθυμητός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εράσμιος < αρχαία ελληνική ἐράσμιος < ἔραμαι

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεράσμιοςεράσμιαεράσμιο
Γενικήεράσμιουεράσμιαςεράσμιου
Αιτιατικήεράσμιοεράσμιαεράσμιο
Κλητικήεράσμιεεράσμιαεράσμιο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεράσμιοιεράσμιεςεράσμια
Γενικήεράσμιωνεράσμιωνεράσμιων
Αιτιατικήεράσμιουςεράσμιεςεράσμια
Κλητικήεράσμιοιεράσμιεςεράσμια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →