ερίφης
•
- πονηρός άνθρωπος που με πλάγιους τρόπους προσπαθεί να ξεπεράσει τους άλλους Βικιλεξικό
- ανόητος, βλάκας Βικιλεξικό
- φουκαράς Βικιλεξικό
- κρητικάάθλιος, ευτελής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ερίφης < (άμεσο δάνειο) τουρκική herif < περσική حریف (harif) < αραβική حريف (harīf)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ερίφης | ερίφηδες |
| Γενική | ερίφη | ερίφηδων |
| Αιτιατική | ερίφη | ερίφηδες |
| Κλητική | ερίφη | ερίφηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →