Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ερανικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με έρανο ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ερανικός < αρχαία ελληνική ἐρανικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήερανικόςερανικήερανικό
Γενικήερανικούερανικήςερανικού
Αιτιατικήερανικόερανικήερανικό
Κλητικήερανικέερανικήερανικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήερανικοίερανικέςερανικά
Γενικήερανικώνερανικώνερανικών
Αιτιατικήερανικούςερανικέςερανικά
Κλητικήερανικοίερανικέςερανικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →