εργένικος
•
- σχετικός με τον εργένη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εργένικος < εργένης + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εργένικος | εργένικη | εργένικο |
| Γενική | εργένικου | εργένικης | εργένικου |
| Αιτιατική | εργένικο | εργένικη | εργένικο |
| Κλητική | εργένικε | εργένικη | εργένικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εργένικοι | εργένικες | εργένικα |
| Γενική | εργένικων | εργένικων | εργένικων |
| Αιτιατική | εργένικους | εργένικες | εργένικα |
| Κλητική | εργένικοι | εργένικες | εργένικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →