Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εργαλειοθήκη

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. εργαλείοπλαστική ή μεταλλική θήκη για τη φύλαξη και μεταφορά εργαλείων χειρός όπως κλειδιά, κατσαβίδια, πένσες κλπ. Βικιλεξικό
  2. πληροφορικήtoolbar: σειρά εικονιδίων το καθένα από τα οποία ενεργοποιεί κάποια λειτουργία όταν κάποιος κάνει κλικ πάνω του Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εργαλειοθήκη < ελληνιστική κοινή ἐργαλειοθήκη. Συγχρονικά αναλύεται σε εργαλεί(ο) + -ο- + -θήκη

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεργαλειοθήκηεργαλειοθήκες
Γενικήεργαλειοθήκηςεργαλειοθηκών
Αιτιατικήεργαλειοθήκηεργαλειοθήκες
Κλητικήεργαλειοθήκηεργαλειοθήκες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →