εργαλειοθήκη
•
- εργαλείοπλαστική ή μεταλλική θήκη για τη φύλαξη και μεταφορά εργαλείων χειρός όπως κλειδιά, κατσαβίδια, πένσες κλπ. Βικιλεξικό
- πληροφορικήtoolbar: σειρά εικονιδίων το καθένα από τα οποία ενεργοποιεί κάποια λειτουργία όταν κάποιος κάνει κλικ πάνω του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εργαλειοθήκη < ελληνιστική κοινή ἐργαλειοθήκη. Συγχρονικά αναλύεται σε εργαλεί(ο) + -ο- + -θήκη
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εργαλειοθήκη | εργαλειοθήκες |
| Γενική | εργαλειοθήκης | εργαλειοθηκών |
| Αιτιατική | εργαλειοθήκη | εργαλειοθήκες |
| Κλητική | εργαλειοθήκη | εργαλειοθήκες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →