εργαλειομηχανή
•
- μηχανή για την επεξεργασία μεταλλικών κομματιών και επαναλαμβανόμενες κοπές Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εργαλειομηχανή < εργαλείο + -ο- + -μηχανή ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική machine tool)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εργαλειομηχανή | εργαλειομηχανές |
| Γενική | εργαλειομηχανής | εργαλειομηχανών |
| Αιτιατική | εργαλειομηχανή | εργαλειομηχανές |
| Κλητική | εργαλειομηχανή | εργαλειομηχανές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →