Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εργασιακός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο σχετικός με την εργασία Βικιλεξικό
    • εργασιακές σχέσεις / εργασιακή ειρήνη

Ετυμολογία

εργασιακός < εργασία + -ακός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεργασιακόςεργασιακήεργασιακό
Γενικήεργασιακούεργασιακήςεργασιακού
Αιτιατικήεργασιακόεργασιακήεργασιακό
Κλητικήεργασιακέεργασιακήεργασιακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεργασιακοίεργασιακέςεργασιακά
Γενικήεργασιακώνεργασιακώνεργασιακών
Αιτιατικήεργασιακούςεργασιακέςεργασιακά
Κλητικήεργασιακοίεργασιακέςεργασιακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →