εργατοκάτεργο
•
- παρωχημένοίδρυμα φιλοξενίας αστέγων ικανών προς εργασία Βικιλεξικό
- φυλακή στην οποία οι κατάδικοι εργάζονται χειρωνακτικά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εργατοκάτεργο < εργάτης + -ο- + κάτεργο ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική workhouse)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εργατοκάτεργο | εργατοκάτεργα |
| Γενική | εργατοκάτεργου | εργατοκάτεργων |
| Αιτιατική | εργατοκάτεργο | εργατοκάτεργα |
| Κλητική | εργατοκάτεργο | εργατοκάτεργα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →