εργατοτεχνικός
•
- ο σχετικός με τους εργατοτεχνίτες Βικιλεξικό
- ο σχετικός με εργάτες και τεχνίτες γενικά Βικιλεξικό
- Εν τω μεταξύ και μέχρι να προκηρυχθούν οι νέες θέσεις εργατοτεχνικού προσωπικού, η ΔΕΗ, τόνισε ο ίδιος, θα καλύπτει τις έκτακτες ανάγκες της με προσωπικό που απασχολείται με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου 8μηνης διάρκειας και με το καθεστώς των 60 ημερομισθίων.
Ετυμολογία
εργατοτεχνικός < εργατοτεχν(ίτης) + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εργατοτεχνικός | εργατοτεχνική | εργατοτεχνικό |
| Γενική | εργατοτεχνικού | εργατοτεχνικής | εργατοτεχνικού |
| Αιτιατική | εργατοτεχνικό | εργατοτεχνική | εργατοτεχνικό |
| Κλητική | εργατοτεχνικέ | εργατοτεχνική | εργατοτεχνικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εργατοτεχνικοί | εργατοτεχνικές | εργατοτεχνικά |
| Γενική | εργατοτεχνικών | εργατοτεχνικών | εργατοτεχνικών |
| Αιτιατική | εργατοτεχνικούς | εργατοτεχνικές | εργατοτεχνικά |
| Κλητική | εργατοτεχνικοί | εργατοτεχνικές | εργατοτεχνικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →