Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εργατοτεχνικός

/eɾ.ɣa.to.te.xniˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο σχετικός με τους εργατοτεχνίτες Βικιλεξικό
  2. ο σχετικός με εργάτες και τεχνίτες γενικά Βικιλεξικό
    • Εν τω μεταξύ και μέχρι να προκηρυχθούν οι νέες θέσεις εργατοτεχνικού προσωπικού, η ΔΕΗ, τόνισε ο ίδιος, θα καλύπτει τις έκτακτες ανάγκες της με προσωπικό που απασχολείται με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου 8μηνης διάρκειας και με το καθεστώς των 60 ημερομισθίων.

Ετυμολογία

εργατοτεχνικός < εργατοτεχν(ίτης) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεργατοτεχνικόςεργατοτεχνικήεργατοτεχνικό
Γενικήεργατοτεχνικούεργατοτεχνικήςεργατοτεχνικού
Αιτιατικήεργατοτεχνικόεργατοτεχνικήεργατοτεχνικό
Κλητικήεργατοτεχνικέεργατοτεχνικήεργατοτεχνικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεργατοτεχνικοίεργατοτεχνικέςεργατοτεχνικά
Γενικήεργατοτεχνικώνεργατοτεχνικώνεργατοτεχνικών
Αιτιατικήεργατοτεχνικούςεργατοτεχνικέςεργατοτεχνικά
Κλητικήεργατοτεχνικοίεργατοτεχνικέςεργατοτεχνικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →