Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εργοδηγός

/eɾ.ɣo.ðiˈɣos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. επάγγελματεχνίτης ή τεχνικός που επιβλέπει την εφαρμογή ενός τεχνικού έργου διευθύνοντας ομάδα τεχνιτών Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εργοδηγός < (έργο) εργ- + οδηγός, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική conducteur des travaux

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεργοδηγόςεργοδηγοί
Γενικήεργοδηγούεργοδηγών
Αιτιατικήεργοδηγόεργοδηγούς
Κλητικήεργοδηγέεργοδηγοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →