εργοδηγός
•
- επάγγελματεχνίτης ή τεχνικός που επιβλέπει την εφαρμογή ενός τεχνικού έργου διευθύνοντας ομάδα τεχνιτών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εργοδηγός < (έργο) εργ- + οδηγός, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική conducteur des travaux
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εργοδηγός | εργοδηγοί |
| Γενική | εργοδηγού | εργοδηγών |
| Αιτιατική | εργοδηγό | εργοδηγούς |
| Κλητική | εργοδηγέ | εργοδηγοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →