εργοδοτικός
•
- σχετικός με τον εργοδότη ή την εργοδοσία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εργοδοτικός < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εργοδοτικός | εργοδοτική | εργοδοτικό |
| Γενική | εργοδοτικού | εργοδοτικής | εργοδοτικού |
| Αιτιατική | εργοδοτικό | εργοδοτική | εργοδοτικό |
| Κλητική | εργοδοτικέ | εργοδοτική | εργοδοτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εργοδοτικοί | εργοδοτικές | εργοδοτικά |
| Γενική | εργοδοτικών | εργοδοτικών | εργοδοτικών |
| Αιτιατική | εργοδοτικούς | εργοδοτικές | εργοδοτικά |
| Κλητική | εργοδοτικοί | εργοδοτικές | εργοδοτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →