Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εργοθεραπευτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με εργοθεραπεία ή εργοθεραπευτή ή αναφέρεται σʼ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εργοθεραπευτικός < εργοθεραπευτικός + -ά

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεργοθεραπευτικόςεργοθεραπευτικήεργοθεραπευτικό
Γενικήεργοθεραπευτικούεργοθεραπευτικήςεργοθεραπευτικού
Αιτιατικήεργοθεραπευτικόεργοθεραπευτικήεργοθεραπευτικό
Κλητικήεργοθεραπευτικέεργοθεραπευτικήεργοθεραπευτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεργοθεραπευτικοίεργοθεραπευτικέςεργοθεραπευτικά
Γενικήεργοθεραπευτικώνεργοθεραπευτικώνεργοθεραπευτικών
Αιτιατικήεργοθεραπευτικούςεργοθεραπευτικέςεργοθεραπευτικά
Κλητικήεργοθεραπευτικοίεργοθεραπευτικέςεργοθεραπευτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →