εργολάβος
•
- επάγγελμαπρόσωπο που συμβάλλεται με τον κύριο του έργου και αναλαμβάνει την εκτέλεση ολόκληρου του έργου ή τμήματός του, ανεξάρτητα από την ιδιότητα με την οποία φέρεται ασφαλισμένος σε ασφαλιστικό οργανισμό. Βικιλεξικό
- Ο εργολάβος, αφού συμβουλεύτηκε το φασαριόζικο μηχάνημά του, που με τα διαολεμένα επαναλαμβανόμενα βουητά του σε έκανε να σκέφτεσαι ότι κάτω από τα πόδια σου κρύβεται ολόκληρος λόχος με τον εξοπλισμό του, υπέδειξε με την ίδια βεβαιότητα νέο σημείο λίγα μέτρα πιο πέρα. (Κωνσταντίνος Τζαμιώτης, Θα πέσει η νύχτα, εκδ. Μεταίχμιο, 2025)
- στα δημόσια έργα ο ανάδοχος, όπως αυτός ορίζεται στο άρθρο 3 του ν.1418/84 ([Π.Δ. 305/96]). Βικιλεξικό
- γλυκόγλύκισμα με αμύγδαλα Βικιλεξικό
- παρωχημένοεραστής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εργολάβος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐργολάβος :* για το γλυκό < άγνωστης ετυμολογίας
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εργολάβος | εργολάβοι |
| Γενική | εργολάβου | εργολάβων |
| Αιτιατική | εργολάβο | εργολάβους |
| Κλητική | εργολάβε | εργολάβοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →