εργονομικός
•
- που έχει σχέση με την εργονομία ή που αναφέρεται στην εργονομία Βικιλεξικό
- Η εργασία μας περιλαμβάνει μια βιβλιογραφική επισκόπηση που εξετάζει την εργονομικότητα του υλικού και του λογισμικού των κινητών τηλεφώνων (που ήδη έχουν κυκλοφορήσει στην αγορά) καθώς και αναφορές για το σύνολο των τομέων που ενδέχεται να βρουν εφαρμογή οι διάφορες εργονομικές λειτουργίες που μας παρέχουν. (*)
Ετυμολογία
εργονομικός < εργονομία + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εργονομικός | εργονομική | εργονομικό |
| Γενική | εργονομικού | εργονομικής | εργονομικού |
| Αιτιατική | εργονομικό | εργονομική | εργονομικό |
| Κλητική | εργονομικέ | εργονομική | εργονομικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εργονομικοί | εργονομικές | εργονομικά |
| Γενική | εργονομικών | εργονομικών | εργονομικών |
| Αιτιατική | εργονομικούς | εργονομικές | εργονομικά |
| Κλητική | εργονομικοί | εργονομικές | εργονομικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →