Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εργοστασιάρχαινα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. επάγγελμαθηλυκό του εργοστασιάρχης Βικιλεξικό
  2. θηλυκό του εργοστασιάρχης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εργοστασιάρχαινα < εργοστασιάρχ(ης) + -αινα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεργοστασιάρχαιναεργοστασιάρχαινες
Γενικήεργοστασιάρχαινας—
Αιτιατικήεργοστασιάρχαιναεργοστασιάρχαινες
Κλητικήεργοστασιάρχαιναεργοστασιάρχαινες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →