Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ερείπωση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. σπάνιοη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ερειπώνω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ερείπωση < μεσαιωνική ελληνική ἐρείπωσις < ελληνιστική κοινή ἐρειπόω / ἐρειπῶ

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήερείπωσηερειπώσεις
Γενικήερείπωσηςερειπώσεων
Αιτιατικήερείπωσηερειπώσεις
Κλητικήερείπωσηερειπώσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →