ερεισίνωτο
•
- η πλάτη, η ράχη ενός καθίσματος Βικιλεξικό
- νεολογισμόςειδικό στήριγμα πλάτης (ή ποδιών) με ειδικό μηχανισμό που προσδίδει την επιθυμητή κλίση (0 έως 90 μοιρών) ώστε κάποιος (συνήθως κλινήρης ασθενής) να μπορεί να φέρεται σε καθιστή θέση. Μερικές φορές χρησιμοποιείται και για να ανασηκώνονται σε κάποια κλίση και τα πόδια. Επίσης χρησιμοποιείται και από υγιείς, π.χ. σε πλαζ, σαν μισό κάθισμα για τη στήριξη της πλάτης. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ερεισίνωτο < καθαρεύουσα ἐρεισίνωτον με κατάληξη -ο της δημοτικής < αρχαία ελληνική ἐρείδω (στηρίζω πάνω σε κάτι, ακουμπώ) + νῶτον (πλάτη) (νεολογισμός του 19ου αιώνα)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ερεισίνωτο | ερεισίνωτα |
| Γενική | ερεισίνωτου | ερεισίνωτων |
| Αιτιατική | ερεισίνωτο | ερεισίνωτα |
| Κλητική | ερεισίνωτο | ερεισίνωτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →