Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ερευνητής

/e.ɾev.ni.ˈtis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. επάγγελμααυτός που διεξάγει έρευνα Βικιλεξικό
    • Ερευνητές, οι οποίοι είναι επιστήμονες υψηλής επιστημονικής εμπειρίας και κατάρτισης, κάτοχοι διδακτορικού διπλώματος, που εργάζονται αυτοτελώς και ανεξάρτητα για την παραγωγή ή βελτίωση γνώσεων και την εφαρμογή τους για την παραγωγή προϊόντων, διατάξεων (devices), διαδικασιών, μεθόδων και συστημάτων, ενώ μπορούν να παρέχουν και εκπαιδευτικό και διοικητικό έργο. (Νόμος 4310/2014, Έρευνα, Τεχνολογική Ανάπτυξη και Καινοτομία και άλλες διατάξεις, Ελληνική Δημοκρατία)
    • Καθώς οι εκδόσεις των παλαιότερων κειμένων απευθύνονται κυρίως σε ερευνητές, η ετυμολογικότερη ορθογράφηση τέτοιων λέξεων θα μπορούσε να βοηθήσει τον ερευνητή να κατατοπισθεί ευκολότερα πάνω στα πράγματα (Εμμανουήλ Κριαράς, Μεσαιωνικά μελετήματα: γραμματεία και γλώσσα, τόμος 2, 1988, σελ. 482)

Ετυμολογία

ερευνητής < αρχαία ελληνική ἐρευνητής

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήερευνητήςερευνητές
Γενικήερευνητήερευνητών
Αιτιατικήερευνητήερευνητές
Κλητικήερευνητήερευνητές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →