ερευνητικότητα
•
- σπάνιοη ιδιότητα του ερευνητικού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ερευνητικότητα < ερευνητικός + -ότητα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ερευνητικότητα | ερευνητικότητες |
| Γενική | ερευνητικότητας | ερευνητικοτήτων |
| Αιτιατική | ερευνητικότητα | ερευνητικότητες |
| Κλητική | ερευνητικότητα | ερευνητικότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →