Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ερημικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που βρίσκεται σε ερημιά ή χαρακτηρίζεται απ' αυτή Βικιλεξικό
    • Σήμερα πάλι λιόχαρος είν' ο γιαλός κι ο δρόμος / ο ερημικός που σέρνεται κοντά στ' ακροθαλάσσι. (Λάμπρος Πόρφυρας, 1879–1932)
  2. που βρίσκεται σε έρημο, ανήκει ή αναφέρεται σ' αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ερημικός < ελληνιστική κοινή ἐρημικός < αρχαία ελληνική ἔρημος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήερημικόςερημικήερημικό
Γενικήερημικούερημικήςερημικού
Αιτιατικήερημικόερημικήερημικό
Κλητικήερημικέερημικήερημικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήερημικοίερημικέςερημικά
Γενικήερημικώνερημικώνερημικών
Αιτιατικήερημικούςερημικέςερημικά
Κλητικήερημικοίερημικέςερημικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →