ερημιτισμός
•
- θρησκείαη μορφή ασκητικής ζωής κατά την οποία κάποιος αποσύρεται σε ερημικό τόπο και αφιερώνει τον βίο του στην προσευχή, την άσκηση και τη λατρεία του Θεού Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηη εκπύσια απομόνωση από την κοινωνία και η μοναχική διαβίωση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ερημιτισμός < ερημίτης + -ισμός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ερημιτισμός | ερημιτισμοί |
| Γενική | ερημιτισμού | ερημιτισμών |
| Αιτιατική | ερημιτισμό | ερημιτισμούς |
| Κλητική | ερημιτισμέ | ερημιτισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →