Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ερημιτισμός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. θρησκείαη μορφή ασκητικής ζωής κατά την οποία κάποιος αποσύρεται σε ερημικό τόπο και αφιερώνει τον βίο του στην προσευχή, την άσκηση και τη λατρεία του Θεού Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηη εκπύσια απομόνωση από την κοινωνία και η μοναχική διαβίωση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ερημιτισμός < ερημίτης + -ισμός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήερημιτισμόςερημιτισμοί
Γενικήερημιτισμούερημιτισμών
Αιτιατικήερημιτισμόερημιτισμούς
Κλητικήερημιτισμέερημιτισμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →