ερημοδικώ
•
- δεν παρίσταμαι σε δίκη, ενώ είμαι διάδικος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ερημοδικώ < ερημοδικία + -ώ (αναδρομικός σχηματισμός)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ερημοδικώ | ερημοδικείς | ερημοδικεί | ερημοδικούμε | ερημοδικείτε | ερημοδικούν / ερημοδικούνε |
| Παρατατικός | ερημοδικούσα | ερημοδικούσες | ερημοδικούσε | ερημοδικούσαμε | ερημοδικούσατε | ερημοδικούσαν / ερημοδικούσανε |
| Αόριστος | ερημοδίκησα | ερημοδίκησες | ερημοδίκησε | ερημοδικήσαμε | ερημοδικήσατε | ερημοδίκησαν / ερημοδικήσαν / ερημοδικήσανε |
| Μέλλοντας | θα ερημοδικήσω / θα ερημοδικώ | θα ερημοδικήσεις / θα ερημοδικείς | θα ερημοδικήσει / θα ερημοδικεί | θα ερημοδικήσουμε / θα ερημοδικούμε | θα ερημοδικήσετε / θα ερημοδικείτε | θα ερημοδικήσουν / θα ερημοδικήσουνε / θα ερημοδικούν / θα ερημοδικούνε |
| Παρακείμενος | έχω ερημοδικήσει | έχεις ερημοδικήσει | έχει ερημοδικήσει | έχουμε ερημοδικήσει | έχετε ερημοδικήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ερημοδικήσει | είχες ερημοδικήσει | είχε ερημοδικήσει | είχαμε ερημοδικήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ερημοδικήσει / να ερημοδικήσω / να ερημοδικώ | να έχεις ερημοδικήσει / να ερημοδικήσεις / να ερημοδικείς | να έχει ερημοδικήσει / να ερημοδικήσει / να ερημοδικεί | να έχουμε ερημοδικήσει / να ερημοδικήσουμε / να ερημοδικούμε | να έχετε ερημοδικήσει / να ερημοδικήσετε / να ερημοδικείτε | να ερημοδικήσουν / να ερημοδικήσουνε / να ερημοδικούν / να ερημοδικούνε |
| Προστακτική | — | ερημοδίκει / ερημοδίκησε | — | — | ερημοδικήστε / ερημοδικείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →