Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ερημοδικώ

ρήμα
•
  1. δεν παρίσταμαι σε δίκη, ενώ είμαι διάδικος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ερημοδικώ < ερημοδικία + -ώ (αναδρομικός σχηματισμός)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςερημοδικώερημοδικείςερημοδικείερημοδικούμεερημοδικείτεερημοδικούν / ερημοδικούνε
Παρατατικόςερημοδικούσαερημοδικούσεςερημοδικούσεερημοδικούσαμεερημοδικούσατεερημοδικούσαν / ερημοδικούσανε
Αόριστοςερημοδίκησαερημοδίκησεςερημοδίκησεερημοδικήσαμεερημοδικήσατεερημοδίκησαν / ερημοδικήσαν / ερημοδικήσανε
Μέλλονταςθα ερημοδικήσω / θα ερημοδικώθα ερημοδικήσεις / θα ερημοδικείςθα ερημοδικήσει / θα ερημοδικείθα ερημοδικήσουμε / θα ερημοδικούμεθα ερημοδικήσετε / θα ερημοδικείτεθα ερημοδικήσουν / θα ερημοδικήσουνε / θα ερημοδικούν / θα ερημοδικούνε
Παρακείμενοςέχω ερημοδικήσειέχεις ερημοδικήσειέχει ερημοδικήσειέχουμε ερημοδικήσειέχετε ερημοδικήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα ερημοδικήσειείχες ερημοδικήσειείχε ερημοδικήσειείχαμε ερημοδικήσει——
Υποτακτικήνα έχω ερημοδικήσει / να ερημοδικήσω / να ερημοδικώνα έχεις ερημοδικήσει / να ερημοδικήσεις / να ερημοδικείςνα έχει ερημοδικήσει / να ερημοδικήσει / να ερημοδικείνα έχουμε ερημοδικήσει / να ερημοδικήσουμε / να ερημοδικούμενα έχετε ερημοδικήσει / να ερημοδικήσετε / να ερημοδικείτενα ερημοδικήσουν / να ερημοδικήσουνε / να ερημοδικούν / να ερημοδικούνε
Προστακτική—ερημοδίκει / ερημοδίκησε——ερημοδικήστε / ερημοδικείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →