ερημοκλήσι
•
- ξωκλήσι σε ερημική τοποθεσία Βικιλεξικό
- Πολλήν ώρα πήγαιναν στο μεγάλο δρόμο. Ύστερα ανέβηκαν από ένα δεντροσκέπαστο μονοπάτι, και σε λίγο έφθασαν σ' ένα ερημοκλήσι χτισμένο απάνω στο ριζοβούνι. (Πηνελόπη Δέλτα, Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου, Κεφάλαιο ΙΕ, 1911)
Ετυμολογία
ερημοκλήσι < έρημος + -ο- + εκκλησία + -ι (το ένα -κ- προέκυψε από ορθογραφική απλοποίηση)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ερημοκλήσι | ερημοκλήσια |
| Γενική | ερημοκλησιού | ερημοκλησιών |
| Αιτιατική | ερημοκλήσι | ερημοκλήσια |
| Κλητική | ερημοκλήσι | ερημοκλήσια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →