ερημοσπίτης
•
- αυτός που δεν έχει κατορθώσει να φτιάξει ένα σπιτικό, στην έκφραση Βικιλεξικό
- πολυτεχνίτης κι ερημοσπίτης
Ετυμολογία
ερημοσπίτης < έρημ(ος) + -ο- + σπίτ(ι) + -ης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ερημοσπίτης | ερημοσπίτες |
| Γενική | ερημοσπίτη | — |
| Αιτιατική | ερημοσπίτη | ερημοσπίτες |
| Κλητική | ερημοσπίτη | ερημοσπίτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →