ερημώνω
•
- αμετάβατοαδειάζω από κατοίκους, μένω χωρίς πληθυσμό Βικιλεξικό
- μεταβατικόκάνω έναν τόπο έρημο, συνήθως μόνο από πληθυσμό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ερημώνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ερημώνω < αρχαία ελληνική ἐρημόω + -ώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ερημώνω | ερημώνεις | ερημώνει | ερημώνουμε | ερημώνετε | ερημώνουν / ερημώνουνε |
| Παρατατικός | ερήμωνα | ερήμωνες | ερήμωνε | ερημώναμε | ερημώνατε | ερήμωναν / ερημώναν / ερημώνανε |
| Αόριστος | ερήμωσα | ερήμωσες | ερήμωσε | ερημώσαμε | ερημώσατε | ερήμωσαν / ερημώσαν / ερημώσανε |
| Μέλλοντας | θα ερημώνω / θα ερημώσω | θα ερημώνεις / θα ερημώσεις | θα ερημώνει / θα ερημώσει | θα ερημώνουμε / θα ερημώσουμε | θα ερημώνετε / θα ερημώσετε | θα ερημώνουν / θα ερημώνουνε / θα ερημώσουν / θα ερημώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ερημώσει | έχεις ερημώσει | έχει ερημώσει | έχουμε ερημώσει | έχετε ερημώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ερημώσει | είχες ερημώσει | είχε ερημώσει | είχαμε ερημώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ερημώσει / να ερημώνω / να ερημώσω | να έχεις ερημώσει / να ερημώνεις / να ερημώσεις | να έχει ερημώσει / να ερημώνει / να ερημώσει | να έχουμε ερημώσει / να ερημώνουμε / να ερημώσουμε | να έχετε ερημώσει / να ερημώνετε / να ερημώσετε | να ερημώνουν / να ερημώνουνε / να ερημώσουν / να ερημώσουνε |
| Προστακτική | — | ερήμωνε / ερήμωσε | — | — | ερημώνετε / ερημώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →