Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εριώδης

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου αποδίδει σε κάτι υφή ή όψη μαλλιού, συνήθως λόγω πυκνού και απαλού τριχώματος ή χνουδιού Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εριώδης < αρχαία ελληνική ἐριώδης < ἔριον

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεριώδηςεριώδηςεριώδες
Γενικήεριώδουςεριώδουςεριώδους
Αιτιατικήεριώδηεριώδηεριώδες
Κλητικήεριώδη / εριώδηςεριώδηςεριώδες

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεριώδειςεριώδειςεριώδη
Γενικήεριωδώνεριωδώνεριωδών
Αιτιατικήεριώδειςεριώδειςεριώδη
Κλητικήεριώδειςεριώδειςεριώδη

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →