ερμάτισμα
•
- ναυτικός όροςη τοποθέτηση έρματος (συνήθως αναφέρεται σε φελλούς για το ψάρεμα) Βικιλεξικό
- Περιγραφή. Νέο μοντέλο Stick φελλού, ειδικός για γρήγορες ρυθμίσεις ερματίσματος. Αποσπώμενα βαρίδια στην κεφαλή του φελλού για μεγαλύτερο ερμάτισμα (https://web.archive.org/web/20211214070138/https://www.mbes.gr/el/component/virtuemart/tmpl/component/view/productdetails/virtuemart_product_id/4385/print/1)
- Φελλός ... με αφαιρούμενα βάρη για μεγαλύτερο ερμάτισμα και δυνατότητα μικρορύθμισης του ερματίσματος από 0-1,0g (https://donax.gr/%CE%A6%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CF%8C%CF%82-cralusso-waggler-dart.html)
Ετυμολογία
ερμάτισμα < ερματίζω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ερμάτισμα | ερματίσματα |
| Γενική | ερματίσματος | ερματισμάτων |
| Αιτιατική | ερμάτισμα | ερματίσματα |
| Κλητική | ερμάτισμα | ερματίσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →