Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ερματίζω

ρήμα
•
  1. ναυτικός όροςτοποθετώ έρμα σε πλοίο, σκάφος ή αερόστατο Βικιλεξικό
  2. στρώνω χαλίκια για σιδηροδρομικό δίκτυο Βικιλεξικό
  3. δημοτικήερμάζω· υποστηρίζω, στερεώνω με επίδεσμο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ερματίζω < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςερματίζωερματίζειςερματίζειερματίζουμεερματίζετεερματίζουν / ερματίζουνε
Παρατατικόςερμάτιζαερμάτιζεςερμάτιζεερματίζαμεερματίζατεερμάτιζαν / ερματίζαν / ερματίζανε
Αόριστοςερμάτισαερμάτισεςερμάτισεερματίσαμεερματίσατεερμάτισαν / ερματίσαν / ερματίσανε
Μέλλονταςθα ερματίζω / θα ερματίσωθα ερματίζεις / θα ερματίσειςθα ερματίζει / θα ερματίσειθα ερματίζουμε / θα ερματίσουμεθα ερματίζετε / θα ερματίσετεθα ερματίζουν / θα ερματίζουνε / θα ερματίσουν / θα ερματίσουνε
Παρακείμενοςέχω ερματίσειέχεις ερματίσειέχει ερματίσειέχουμε ερματίσει——
Υπερσυντέλικοςείχα ερματίσειείχες ερματίσειείχε ερματίσειείχαμε ερματίσει——
Υποτακτικήνα έχω ερματίσει / να ερματίζω / να ερματίσωνα έχεις ερματίσει / να ερματίζεις / να ερματίσειςνα έχει ερματίσει / να ερματίζει / να ερματίσεινα έχουμε ερματίσει / να ερματίζουμε / να ερματίσουμενα ερματίζετε / να ερματίσετενα ερματίζουν / να ερματίζουνε / να ερματίσουν / να ερματίσουνε
Προστακτική—έχε ερματισμένο / ερμάτιζε / ερμάτισε——ερματίζετε / ερματίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →