ερματίζω
•
- ναυτικός όροςτοποθετώ έρμα σε πλοίο, σκάφος ή αερόστατο Βικιλεξικό
- στρώνω χαλίκια για σιδηροδρομικό δίκτυο Βικιλεξικό
- δημοτικήερμάζω· υποστηρίζω, στερεώνω με επίδεσμο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ερματίζω < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ερματίζω | ερματίζεις | ερματίζει | ερματίζουμε | ερματίζετε | ερματίζουν / ερματίζουνε |
| Παρατατικός | ερμάτιζα | ερμάτιζες | ερμάτιζε | ερματίζαμε | ερματίζατε | ερμάτιζαν / ερματίζαν / ερματίζανε |
| Αόριστος | ερμάτισα | ερμάτισες | ερμάτισε | ερματίσαμε | ερματίσατε | ερμάτισαν / ερματίσαν / ερματίσανε |
| Μέλλοντας | θα ερματίζω / θα ερματίσω | θα ερματίζεις / θα ερματίσεις | θα ερματίζει / θα ερματίσει | θα ερματίζουμε / θα ερματίσουμε | θα ερματίζετε / θα ερματίσετε | θα ερματίζουν / θα ερματίζουνε / θα ερματίσουν / θα ερματίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ερματίσει | έχεις ερματίσει | έχει ερματίσει | έχουμε ερματίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ερματίσει | είχες ερματίσει | είχε ερματίσει | είχαμε ερματίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ερματίσει / να ερματίζω / να ερματίσω | να έχεις ερματίσει / να ερματίζεις / να ερματίσεις | να έχει ερματίσει / να ερματίζει / να ερματίσει | να έχουμε ερματίσει / να ερματίζουμε / να ερματίσουμε | να ερματίζετε / να ερματίσετε | να ερματίζουν / να ερματίζουνε / να ερματίσουν / να ερματίσουνε |
| Προστακτική | — | έχε ερματισμένο / ερμάτιζε / ερμάτισε | — | — | ερματίζετε / ερματίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →