ερμηνευτής
•
- αυτός που ερμηνεύει Βικιλεξικό
- αυτός που εξηγεί κάτι αναλύοντας το νόημά του Βικιλεξικό
- αυτός που κάνει ερμηνεία ενός θεατρικού ή κινηματογραφικού ρόλου ή ενός μουσικού κομματιού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ερμηνευτής < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἑρμηνευτής < ἑρμηνεύω + -τής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ερμηνευτής | ερμηνευτές |
| Γενική | ερμηνευτή | ερμηνευτών |
| Αιτιατική | ερμηνευτή | ερμηνευτές |
| Κλητική | ερμηνευτή | ερμηνευτές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →