ερπυστριοφόρο
•
- το όχημα που φέρει ερπύστριες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ερπυστριοφόρο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου ερπυστριοφόρος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ερπυστριοφόρο | ερπυστριοφόρα |
| Γενική | ερπυστριοφόρου | ερπυστριοφόρων |
| Αιτιατική | ερπυστριοφόρο | ερπυστριοφόρα |
| Κλητική | ερπυστριοφόρο | ερπυστριοφόρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →