Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ερρέτω

ρήμα
•
  1. αρχαιοπρεπέςνα λείπει!, ας χαθεί, στα κομμάτια! Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ερρέτω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐρρέτω, γ΄ πρόσωπο ενικού προστακτικής ενεστώτα του ἔρρω

Άλλοι τύποι

ερρέτω!

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →