ερρύθμως
•
- παρωχημένορυθμικά, με ρυθμό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ερρύθμως < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐρρύθμως < ἔρρυθμος < αρχαία ελληνική ἔνρυθμος. Συγχρονικά αναλύεται σε έρρυθμ(ος) + -ως.
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →