Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ερυθρός

/e.ɾiˈθɾos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοκυρίως σε εκφράσεις, επίσημες ονομασίες Βικιλεξικό
  2. λόγιοκυρίως σε εκφράσεις, επίσημες ονομασίες Βικιλεξικό
  3. λόγιοκυρίως σε εκφράσεις, επίσημες ονομασίες Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ερυθρός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐρυθρός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήερυθρόςερυθρά / ερυθρήερυθρό
Γενικήερυθρούερυθράς / ερυθρήςερυθρού
Αιτιατικήερυθρόερυθρά / ερυθρήερυθρό
Κλητικήερυθρέερυθρά / ερυθρήερυθρό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήερυθροίερυθρέςερυθρά
Γενικήερυθρώνερυθρώνερυθρών
Αιτιατικήερυθρούςερυθρέςερυθρά
Κλητικήερυθροίερυθρέςερυθρά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →