ερχομός
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του έρχομαι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ερχομός < μεσαιωνική ελληνική ερχομός < αρχαία ελληνική ἔρχομαι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ερχομός | ερχομοί |
| Γενική | ερχομού | ερχομών |
| Αιτιατική | ερχομό | ερχομούς |
| Κλητική | ερχομέ | ερχομοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →