Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ἐρωμένη

/e.ɾoˈme.ni/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. πολυτονική γραφή του ερωμένη Βικιλεξικό
  2. καθαρεύουσαερωμένη Βικιλεξικό
    • Αἱ γοητευτικαὶ ἐκφράσεις τῆς Σουλτανίτζας, ὁ σφοδρὸς ἔρως, ὑπὸ τοῦ ὁποίου ἐπίστευσεν ὁ Καλλίστρατος, ὅτι ἡ ἀξιέραστος αὕτη Δέσποινα καταφλέγεται δι' αὐτὸν, ἡ νομιζομένη ἀναξιοπάθεια, οἱ στεναγμοὶ καὶ ἐπὶ τέλους τὰ δάκρυα τῆς ἐρωμένης αὐτοῦ, τὰ ὁποῖα ὁ Καλλίστρατος ἐφαντάζετο, ὅτι καὶ εἶδε καταῤῥέοντα, ταῦτα πάντα ἐξῆψαν ἐπὶ τοσοῦτον τὴν φαντασίαν καὶ φιλαυτίαν τοῦ υἱοῦ τοῦ Τραπεζουντίου ἀγωγιάτου (Ιάκωβος Γ. Πιτσιπίος, Ο Πίθηκος Ξουθ ή Τα ήθη του αιώνος, 1848)

Ετυμολογία

ἐρωμένη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐρωμένη (αγαπημένη), σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική amante.

Άλλοι τύποι

ἐρώμενος

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

ερωμένη

/e.ɾoˈme.ni/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η γυναίκα που διατηρεί ερωτική σχέση, συνήθως με έγγαμμο Βικιλεξικό
    • Μοναδική του σύμμαχος η χυμώδης τηλεοπτική περσόνα και ερωμένη του υφυπουργού Οικονομικών Έλλη Καμπάνη που αλλάζει στρατόπεδο εν μία νυκτί με ένα και μόνο στόχο: ν’ αποδείξει πως η εκδίκηση είναι ένα πιάτο που τρώγεται καυτό, σαν την ίδια. (Θάνος Δραγούμης, Εντιμότατα λαμόγια, εκδ. Μεταίχμιο, 2017)
    • (μυθολογία) οι ερωμένες του Δία
    • ≤ συνυπώνυμα: γκόμενα, μετρέσα, παλλακίδα, φιλενάδα
  2. ειδικότερααυτή που διατηρεί παράνομη ή μη νομιμοποιημένη ερωτική σχέση με παντρεμένο Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάη αγαπημένη ενασχόληση κάποιου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ερωμένη < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἐρωμένη < αρχαία ελληνική ἐρωμένη (αγαπημένη), σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική amante. Παραβάλετε το αρσενικό ερωμένος.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήερωμένηερωμένες
Γενικήερωμένηςερωμένων
Αιτιατικήερωμένηερωμένες
Κλητικήερωμένηερωμένες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →