ἐρωμένη
•
- πολυτονική γραφή του ερωμένη Βικιλεξικό
- καθαρεύουσαερωμένη Βικιλεξικό
- Αἱ γοητευτικαὶ ἐκφράσεις τῆς Σουλτανίτζας, ὁ σφοδρὸς ἔρως, ὑπὸ τοῦ ὁποίου ἐπίστευσεν ὁ Καλλίστρατος, ὅτι ἡ ἀξιέραστος αὕτη Δέσποινα καταφλέγεται δι' αὐτὸν, ἡ νομιζομένη ἀναξιοπάθεια, οἱ στεναγμοὶ καὶ ἐπὶ τέλους τὰ δάκρυα τῆς ἐρωμένης αὐτοῦ, τὰ ὁποῖα ὁ Καλλίστρατος ἐφαντάζετο, ὅτι καὶ εἶδε καταῤῥέοντα, ταῦτα πάντα ἐξῆψαν ἐπὶ τοσοῦτον τὴν φαντασίαν καὶ φιλαυτίαν τοῦ υἱοῦ τοῦ Τραπεζουντίου ἀγωγιάτου (Ιάκωβος Γ. Πιτσιπίος, Ο Πίθηκος Ξουθ ή Τα ήθη του αιώνος, 1848)
Ετυμολογία
ἐρωμένη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐρωμένη (αγαπημένη), σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική amante.
Άλλοι τύποι
ἐρώμενος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →