ερωτεύομαι
•
- καταλαμβάνομαι από ερωτικό συναίσθημα Βικιλεξικό
- δεν ερωτεύεται εύκολα
- αισθάνομαι έρωτα για κάποιον Βικιλεξικό
- σε έχω ερωτευτεί
- νιώθω έντονη έλξη για κάποιον ή για κάτι Βικιλεξικό
- ερωτεύτηκα τα σοκάκια του νησιού
Ετυμολογία
ερωτεύομαι < έρωτας + -εύομαι
Άλλοι τύποι
ερωτευμένοςερωτευτώερωτευόμουνερωτεύτηκα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →