ερωτηματοθέτης
•
- κάποιος που θέτει ερωτήματα Βικιλεξικό
- τεχνολογίασυσκευή που αναζητά δεδομένα από άλλη συσκευή ή σύστημα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ερωτηματοθέτης < ερώτημα + -ο- + -θέτης ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική interrogator)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ερωτηματοθέτης | ερωτηματοθέτες |
| Γενική | ερωτηματοθέτη | ερωτηματοθετών |
| Αιτιατική | ερωτηματοθέτη | ερωτηματοθέτες |
| Κλητική | ερωτηματοθέτη | ερωτηματοθέτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →