Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ερωτιάρικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον ερωτιάρη ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ερωτιάρικος < ερωτιάρης + -ικος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήερωτιάρικοςερωτιάρικηερωτιάρικο
Γενικήερωτιάρικουερωτιάρικηςερωτιάρικου
Αιτιατικήερωτιάρικοερωτιάρικηερωτιάρικο
Κλητικήερωτιάρικεερωτιάρικηερωτιάρικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήερωτιάρικοιερωτιάρικεςερωτιάρικα
Γενικήερωτιάρικωνερωτιάρικωνερωτιάρικων
Αιτιατικήερωτιάρικουςερωτιάρικεςερωτιάρικα
Κλητικήερωτιάρικοιερωτιάρικεςερωτιάρικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →