ερωτιάρικος
•
- που έχει σχέση με τον ερωτιάρη ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ερωτιάρικος < ερωτιάρης + -ικος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ερωτιάρικος | ερωτιάρικη | ερωτιάρικο |
| Γενική | ερωτιάρικου | ερωτιάρικης | ερωτιάρικου |
| Αιτιατική | ερωτιάρικο | ερωτιάρικη | ερωτιάρικο |
| Κλητική | ερωτιάρικε | ερωτιάρικη | ερωτιάρικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ερωτιάρικοι | ερωτιάρικες | ερωτιάρικα |
| Γενική | ερωτιάρικων | ερωτιάρικων | ερωτιάρικων |
| Αιτιατική | ερωτιάρικους | ερωτιάρικες | ερωτιάρικα |
| Κλητική | ερωτιάρικοι | ερωτιάρικες | ερωτιάρικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →