ερωτιδέας
•
- ελληνική μυθολογίαο αρχαίος θεός Έρωτας στην παιδική του ηλικία Βικιλεξικό
- τέχνηπαράσταση (γλυπτική, ζωγραφική κ.λπ.) νεαρού έρωτα Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηερωτύλος (νεαρής ηλικίας) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ερωτιδέας < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐρωτιδ(εύς) + -έας από την αιτιατική ἐρωτιδέα < ἔρως. Μορφολογικά αναλύεται σε έρωτ(ος) + -ιδέας
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ερωτιδέας | ερωτιδείς |
| Γενική | ερωτιδέα / ερωτιδέως | ερωτιδέων |
| Αιτιατική | ερωτιδέα | ερωτιδείς |
| Κλητική | ερωτιδέα | ερωτιδείς |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →