Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ερωτιδέας

/e.ɾo.tiˈðe.as/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ελληνική μυθολογίαο αρχαίος θεός Έρωτας στην παιδική του ηλικία Βικιλεξικό
  2. τέχνηπαράσταση (γλυπτική, ζωγραφική κ.λπ.) νεαρού έρωτα Βικιλεξικό
  3. κατ’ επέκτασηερωτύλος (νεαρής ηλικίας) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ερωτιδέας < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐρωτιδ(εύς) + -έας από την αιτιατική ἐρωτιδέα < ἔρως. Μορφολογικά αναλύεται σε έρωτ(ος) + -ιδέας

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήερωτιδέαςερωτιδείς
Γενικήερωτιδέα / ερωτιδέωςερωτιδέων
Αιτιατικήερωτιδέαερωτιδείς
Κλητικήερωτιδέαερωτιδείς

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →