Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ερωτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με τον έρωτα Βικιλεξικό
    • ερωτική επιθυμία
    • Η ασθματική απόλαυση της ερωτικής νιότης προ της επελάσεως του γήρατος ή του θανάτου αποτελεί κοινότατο τόπο στην κλασική ερωτογραφία, συχνά με τις ευλογίες μιας εξαπλουστευμένης επικούρειας φιλοσοφίας (Οβίδιος, Η τέχνη και τα αντίδοτα του Έρωτα, μετάφραση Θοδωρής Παπαγγελής, εκδ. Μεταίχμιο, 2021)
    • Η περιπλοκότητα της υπόθεσης εκδηλώνεται στον Στάθη με τις μπλεγμένες ερωτικές σχέσεις μεταξύ των μελών των δύο νεαρών ζευγαριών (ο Πάμφιλος αγαπά τη Φαίδρα, που αγαπά τον Χρύσιππο, που αγαπά τη Λαμπρούσα) (Ιωσήφ Βιβιλάκης, Tο ελληνικό θέατρο από τον 17 στον 20 αιώνα, πρακτικά A' Πανελληνίου θεατρολογικού Συνεδρίου, Τμήμα Θεατρικών Σπουδών, Πανεπιστήμιο Αθηνών, 2002, σελ. 63)
  2. που εκφράζει πόθο και το συναίσθημα του έρωτα Βικιλεξικό
    • ερωτικό άγγιγμα
  3. που εμπνέει συναισθήματα παρόμοια με του έρωτα Βικιλεξικό
    • πολλοί περιγράφουν τη Θεσσαλονίκη ως ερωτική πόλη

Ετυμολογία

ερωτικός < αρχαία ελληνική ἐρωτικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήερωτικόςερωτικήερωτικό
Γενικήερωτικούερωτικήςερωτικού
Αιτιατικήερωτικόερωτικήερωτικό
Κλητικήερωτικέερωτικήερωτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήερωτικοίερωτικέςερωτικά
Γενικήερωτικώνερωτικώνερωτικών
Αιτιατικήερωτικούςερωτικέςερωτικά
Κλητικήερωτικοίερωτικέςερωτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →