ερωτοτροπώ
•
- φλερτάρω Βικιλεξικό
- εκδηλώνομαι διαχυτικά στον ερωτικό τομέα Βικιλεξικό
- Ποια σύζυγος, μετά από τέτοιο φέρσιμο, θα του παραστεκότανε; Μα, να ερωτοτροπεί με την τσουλάρα; Χαρά στη γυναίκα ! Ήταν άξιος της μοίρας του. (Χρήστος Ναούμ, Άσωτοι έρωτες, εκδ. Καστανιώτη, 2014)
Ετυμολογία
ερωτοτροπώ < έρωτ(ας) + -ο- + τρόπ(ος) + -ώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ερωτοτροπώ | ερωτοτροπείς | ερωτοτροπεί | ερωτοτροπούμε | ερωτοτροπείτε | ερωτοτροπούν / ερωτοτροπούνε |
| Παρατατικός | ερωτοτροπούσα | ερωτοτροπούσες | ερωτοτροπούσε | ερωτοτροπούσαμε | ερωτοτροπούσατε | ερωτοτροπούσαν / ερωτοτροπούσανε |
| Αόριστος | ερωτοτρόπησα | ερωτοτρόπησες | ερωτοτρόπησε | ερωτοτροπήσαμε | ερωτοτροπήσατε | ερωτοτροπήσαν / ερωτοτροπήσανε / ερωτοτρόπησαν |
| Μέλλοντας | θα ερωτοτροπήσω / θα ερωτοτροπώ | θα ερωτοτροπήσεις / θα ερωτοτροπείς | θα ερωτοτροπήσει / θα ερωτοτροπεί | θα ερωτοτροπήσουμε / θα ερωτοτροπούμε | θα ερωτοτροπήσετε / θα ερωτοτροπείτε | θα ερωτοτροπήσουν / θα ερωτοτροπήσουνε / θα ερωτοτροπούν / θα ερωτοτροπούνε |
| Παρακείμενος | έχω ερωτοτροπήσει | έχεις ερωτοτροπήσει | έχει ερωτοτροπήσει | έχουμε ερωτοτροπήσει | έχετε ερωτοτροπήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ερωτοτροπήσει | είχες ερωτοτροπήσει | είχε ερωτοτροπήσει | είχαμε ερωτοτροπήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ερωτοτροπήσει / να ερωτοτροπήσω / να ερωτοτροπώ | να έχεις ερωτοτροπήσει / να ερωτοτροπήσεις / να ερωτοτροπείς | να έχει ερωτοτροπήσει / να ερωτοτροπήσει / να ερωτοτροπεί | να έχουμε ερωτοτροπήσει / να ερωτοτροπήσουμε / να ερωτοτροπούμε | να έχετε ερωτοτροπήσει / να ερωτοτροπήσετε / να ερωτοτροπείτε | να ερωτοτροπήσουν / να ερωτοτροπήσουνε / να ερωτοτροπούν / να ερωτοτροπούνε |
| Προστακτική | — | ερωτοτρόπει / ερωτοτρόπησε | — | — | ερωτοτροπήστε / ερωτοτροπείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →