Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εσαεί

επίρρημα
•
  1. για πάντα, αιώνια Βικιλεξικό
    • Ο αποχωρισμός τους θα έμενε εσαεί χαραγμένος μέσα του, αφού το τελευταίο φιλί της μάνας του ήταν ό,τι πιο ιερό είχε βιώσει. (Γιάννης Φαρσάρης, JOHNNIE SOCIETY, 2009, σελ. 8)

Ετυμολογία

εσαεί < αρχαία ελληνική ἐς ἀεί / ἐς αἰεί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →